Θεόδωρος νεομάρτυς ο Βυζάντιος (+1795)

Λίγα μόλις χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) από τους οθωμανούς, έκαναν την εμφάνισή τους Μάρτυρες της Πίστης και ήρωες της Πατρίδας, οι οποίοι πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, αν και άνθρωποι σαν όλους εμάς, επιθυμώντας τη Βασιλεία των ουρανών και το μεγάλο αγαθό της ελευθερίας, θυσίασαν τον εαυτό τους, περιφρονώντας τα δικά τους μαρτύρια. Αυτοί όμως οι μαρτυρικοί θάνατοι ήταν για τους σκλαβωμένους η καλύτερη τονωτική ένεση. Χαλύβδωνε τη θέλησή τους να μείνουν Έλληνες και ορθόδοξοι χριστιανοί. Να οργανωθούν σιγά σιγά με σκοπό να είναι έτοιμοι για το “ποθούμενον”, που έλεγε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, εννοώντας τον μεγάλο Ξεσηκωμό, για την απελευθέρωσή τους.

Ανάμεσα σ’ αυτούς περιλαμβάνεται και ο νεομάρτυς άγιος Θεόδωρος ο Βυζάντιος, τον οποίο σήμερα τιμά η Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Υπήρξε μέλος βαθιά θρησκευόμενης οικογένειας, γεννημένος το 1774 στο Νεοχώρι Βυζαντίου. Πιστοί χριστιανοί οι γονείς του. Ο αδελφός του Γρηγόριος αναδείχτηκε επίσκοπος Αδριανουπόλεως. Ο Θεόδωρος, έχοντας έφεση προς τη ζωγραφική, έγινε μαθητής Τούρκου ζωγράφου στο σαράι (παλάτι) του σουλτάνου. Εκεί όμως, όντας ακόμη πολύ νεαρός, υπέκυψε στις πιέσεις που δέχτηκε και αλλαξοπίστησε.

Αλλά η χάρη του Θεού δεν τον εγκατέλειψε. Εξαιτίας βαριάς επιδημίας που έπληξε την Κωνσταντινούπολη, συνειδητοποίησε την αμαρτία του να αρνηθεί τον Χριστό και ελέγχθηκε εσωτερικά. “Εις εαυτόν δε ελθών”, όπως ο άσωτος του ιερού Ευαγγελίου, αποφάσισε να επανορθώσει. Μεταμφιέστηκε κατάλληλα και κατάφερε να φύγει από το σαράι. Πήγε στο λιμάνι και βρίσκοντας ένα καράβι, επιβιβάστηκε σ’ αυτό και έφτασε στο νησί της Χίου.

Βρήκε καταφύγιο στη Μονή του αγίου Μακαρίου, όπου εξομολογήθηκε το αμάρτημά του και άρχισε να ζει με προσευχή, νηστείες και αγρυπνίες, ενώ μέσα του καλλιεργούσε και τη σκέψη να μαρτυρήσει για τον Χριστό, ώστε “να ξεπλύνει το αμάρτημά του με το αίμα του”. Όταν το αποφάσισε, προκειμένου να μην εκθέσει τους μοναχούς του μοναστηριού του, πήγε στη Μυτιλήνη και παρουσιάστηκε στις τουρκικές Αρχές. Ομολόγησε με παρρησία ότι απαρνήθηκε την πίστη στο Ισλάμ και ξανάγινε χριστιανός, επιθυμεί δε να πεθάνει ως ορθόδοξος χριστιανός.

Όπως συνέβαινε σε παρόμοιες περιπτώσεις, ο ιεροδικαστής χρησιμοποίησε τις γνωστές μεθόδους: Πρώτα υποσχέσεις για καλή ζωή, τιμή και δόξα, αν απαρνιόταν τη χριστιανική πίστη. Ύστερα απειλές, φυλάκιση, βασανισμός, θάνατος σε αντίθετη περίπτωση.

Όταν διαπίστωσε την ανυποχώρητη αποφασιστικότητα του Θεοδώρου να παραμείνει χριστιανός, ο ιεροδικαστής διέταξε βασανισμό και φυλάκιση και στη συνέχεια κρεμάλα. Η οποία πραγματοποιήθηκε έξω από το φρούριο, εκεί που βρίσκεται σήμερα το 5ο Δημοτικό Σχολείο της Μυτιλήνης. Ήταν η 17η Φεβρουαρίου του έτους 1795 και ο νεομάρτυρας μόλις που μετρούσε ζωή 21 χρόνων!

Αφού οι Τούρκοι τον άφησαν κρεμασμένον επί τρεις ημέρες, τον παρέλαβαν οι χριστιανοί και τον ενταφίασαν στον αύλειο χώρο της Παναγίας Χρυσομαλλούσας. Τρία χρόνια αργότερα, όταν θέλησαν να ανακομίσουν το τίμιο λείψανό του, διαπίστωσαν με θαυμασμό ότι αυτό ήταν άφθορο. Το μετέφεραν στον μητροπολιτικό ναό της πόλης, όπου εκτίθεται σε προσκύνηση, ενώ τόσο κατά το 1832 διέσωσε την πόλη από την επιδημία της πανώλης, όσο και κατά το 1940 την προστάτεψε

από τους ιταλικούς βομβαρδισμούς. Γι’ αυτό και δίκαια οι Μυτιληνιοί τον έχουν προστάτη και πολιούχο τους, του ψάλλουν δε και το εξής Απολυτίκιο, σε α΄ ήχο:

Τω Θεώ ώσπερ δώρον φερωνύμως, Θεόδωρε, δι’ αθλήσεως πόνων προσηνέχθης πολύτιμον, και άμωμον θύμα και δεκτή, παμμάκαρ, εγένου προσφορά. Όθεν πόθω συνελθόντες, τους σους αγώνας εν ύμνοις γεραίρομεν, και δόξαν προσάγωμεν Θεώ, τω θαυμαστώς σε ενισχύσαντι, κατ’ εχθρών ορωμένων και αοράτων, πολύαθλε.

Ευάγγελος Π. Λέκκος