Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός ο εθνομάρτυρας της Κύπρου (1756-1821)

Στον Αγώνα του 1821 έδωσαν ηρωικό παρών όλες οι περιοχές του Ελληνισμού. Μεταξύ αυτών και η Κύπρος. Επιφανέστερη μορφή αυτού του Αγώνα στη μεγαλόνησο υπήρξε ο αρχιεπίσκοπός της Κυπριανός.

Α΄ΜΕΡΟΣ

Είχε γεννηθεί το 1756 στον Στρόβολο, μια κοινότητα που βρίσκεται νοτιοδυτικά της Λευκωσίας. Δεν είναι γνωστές πληροφορίες για τους γονείς, ούτε και το βαφτιστικό του όνομα. Φαίνεται όμως ότι από την παιδική του ηλικία έλαβε χριστιανική ανατροφή, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι νεαρός ακόμη πήγε για να γίνει μοναχός στην γνωστή Μονή Μαχαιρά.

Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να μάθει τα ελληνικά γράμματα και αφού διάνυσε το στάδιο της απαραίτητης δοκιμασίας, έλαβε το μοναχικό σχήμα. Σε ηλικία 27 ετών, το 1783, χειροτονήθηκε διάκονος. Επειδή με την όλη διαγωγή και την ευφυία του έδειχνε ότι είναι ικανός να προσφέρει πολλά στις υποθέσεις του Μοναστηριού, το επόμενο έτος ο αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος τον πήρε μαζί του στη Μολδοβλαχία. Σκοπός ήταν η συγκέντρωση οικονομικής βοήθειας υπέρ της Μονής, η οποία, εξαιτίας των φόρων που επέβαλε η τουρκική διοίκηση, είχε πολύ σοβαρά χρέη. Στη διάρκεια της περιοδείας στην περιοχή αυτή, όπου ανθούσε τα χρόνια εκείνα το ελληνικό στοιχείο, χειροτονήθηκε ιερέας για να εξυπηρετεί τις λειτουργικές ανάγκες της εκκλησίας του Μιχαήλ Σούτσου. Με την υποστήριξη μάλιστα αυτού του Έλληνα ηγεμόνα σπούδασε φιλολογία και θεολογία στην, επίσης ελληνική, Σχολή της πόλης του Ιασίου.

Δεκαοχτώ χρόνια αργότερα, το 1802, οι δύο απεσταλμένοι στη Μολδοβλαχία κληρικοί επέστρεψαν στην Κύπρο, αφού είχαν εκπληρώσει με επιτυχία το έργο τους, ανακουφίζοντας σημαντικά τα οικονομικά της Μονής τους. Η οποία ανέθεσε στον Κυπριανό να διαχειρίζεται τα κτήματά της στην περιοχή του Στρόβολου. Η επιμέλεια και υπευθυνότητα που επέδειξε, συντέλεσε στο να κερδίσει την εκτίμηση και εμπιστοσύνη των προκρίτων της Λευκωσίας. Αυτοί λοιπόν εισηγήθηκαν στον τότε αρχιεπίσκοπο να του αναθέσει τα οικονομικά της Αρχιεπισκοπής Κύπρου.

Και από τη θέση αυτή είχε την ευκαιρία να δείξει την σύνεση και τις ικανότητές του στον τομέα που είχε αναλάβει. Και όχι μόνο. Διότι, όταν το 1804 Τούρκοι επιτέθηκαν και κατέλαβαν την Λευκωσία, κάνοντας αρπαγές και κακοποιώντας χριστιανούς -ακόμη και τον αρχιεπίσκοπο- ο Κυπριανός πήρε την εξής πρωτοβουλία: Συνεννοήθηκε με τους προξένους Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας και μετά από διαπραγματεύσεις πέτυχε την αποχώρηση των Τούρκων στασιαστών από τη Λευκωσία. Χωρίς άλλο, η ενέργεια αυτή του Κυπριανού υπήρξε πολύ σημαντική. Ασφαλώς δε έπαιξε και το ρόλο της, ώστε πέντε χρόνια αργότερα, το 1809, να εκλεγεί επίσκοπος και το επόμενο έτος αρχιεπίσκοπος Κύπρου, στη θέση του Χρύσανθου, που είχε φτάσει σε βαθιά γεράματα και με απόφαση του σουλτάνου είχε εξοριστεί στη Χαλκίδα.

Ως αρχιεπίσκοπος πλέον ο Κυπριανός ενδιαφέρθηκε με δυναμισμό για την ίδρυση σχολείων, ναών και τη δημιουργία κοινωφελών έργων. Χρηματοδότησε (1812) τη σύσταση της “Ελληνικής Σχολής”, δηλαδή του σημερινού εξατάξιου Παγκύπριου Γυμνασίου Λευκωσίας. Το 1820 έκανε δωρεά 6.000 γροσίων για την ανέγερση ελληνικής σχολής στην πόλη της Λεμεσού. Μερίμνησε με κηρύγματα, εγκυκλίους κ.λπ. να διαφωτίσει τους χριστιανούς της Κύπρου πάνω σε θέματα που τους απασχολούσαν. Πρωτοστάτησε στην αντιμετώπιση της επιδημίας της ακρίδας που κατά σμήνη

απειλούσε να καταστρέψει την αγροτική παραγωγή του νησιού. Και δεν έπαυε, σε κάθε ευκαιρία, να ενισχύει το ελληνορθόδοξο φρόνημα των Κυπρίων. Πράγμα που έκανε περισσότερο συστηματικά όταν ο ίδιος, μαζί με άλλους κληρικούς και προκρίτους, μυήθηκαν στην “Φιλική Εταιρεία”.

(Η συνέχεια του άρθρου την Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου)

Ευάγγελος Π. Λέκκος