Κλιματική αλλαγή και απειλή

Το πρόβλημα: Κατά τις τελευταίες δεκαετίες αυξάνεται διαρκώς η ανησυχία των ανθρώπων μπροστά στο φαινόμενο της λεγόμενης “κλιματικής αλλαγής” (Climate change), ενώ από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών μέχρι και τοπικούς Συλλόγους, εκπαιδευτήρια, ακόμη και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκπέμπονται ανάλογα Μηνύματα, προκειμένου να αφυπνίσουν αρμόδιους και κάθε πολίτη της Γης για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Αλλά τί ακριβώς εννοούμε με τον όρο αυτό;

Σύμφωνα με τον επικρατούντα ορισμό, κλιματική αλλαγή είναι η μεταβολή του παγκόσμιου κλίματος σε ό,τι αφορά τις μετεωρολογικές συνθήκες, που εκτείνονται σε μεγάλη χρονική κλίμακα (δεκαετιών ή και περισσότερων ακόμη ετών). Οι αλλαγές αυτές οφείλονται: Στην υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων της γης, “σε φυσικές διαδικασίες, καθώς και σε ανθρώπινες δραστηριότητες με επιπτώσεις στο κλίμα, όπως η τροποποίηση της σύνθεσης της ατμόσφαιρας”.

Τα στοιχεία που κατά καιρούς έρχονται στο φως της δημοσιότητας προκαλούν τρόμο και άγχος, ιδιαίτερα στους κατοίκους των αναπτυγμένων χωρών, οι οποίοι είναι περισσότερο ευάλωτοι στα λεγόμενα ακραία καιρικά φαινόμενα (πλημμύρες, ξηρασία, πυρκαγιές, κυκλώνες κ.ά.). Εκατομμύρια ανθρώπων πλήττονται βαριά κάθε χρόνο από διάφορες “θεομηνίες”, από μολυσμένα ποτάμια και θάλασσες, από εξαφάνιση ζώων, ψαριών και πτηνών, από πείνα και έλλειψη πόσιμου νερού, ως επακόλουθο φυσικών καταστροφών και άνισης κατανομής του παγκόσμιου πλούτου, αφού -κατά τον ΟΗΕ- “το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πληθυσμού ευθύνεται για το 90% της κατανάλωσης”. Η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος του ίδιου Οργανισμού προβλέπει ότι κάποιες -οι σοβαρότερες- συνέπειες της αλλαγής θα είναι:

– Ετήσιο κόστος ύψους 700 δις δολαρίων παγκοσμίως από την καταστροφή περιουσιών.

– Εκτόπιση εκατομμυρίων ανθρώπων μέχρι το έτος 2050 από τους τόπους κατοικίας τους εξαιτίας ξηρασίας ή ανόδου της στάθμης θαλασσών.

– Εξάπλωση ελονοσίας και άλλων ασθενειών, κυρίως του δάγκειου πυρετού.

– Οχταπλασιασμός των καταστροφικών πυρκαγιών μέχρι το έτος 2100.

– Λειψυδρία σε ένα επιπλέον 8% του παγκόσμιου πληθυσμού στα επόμενα 80 χρόνια, αν η θερμοκρασία του πλανήτη ανεβεί 2 βαθμούς Κελσίου.

– Αύξηση κατά μεγάλο ποσοστό της έντασης και της υγρασίας των τυφώνων, με δυσάρεστες συνέπειες για τα παράκτια κράτη που πλήττονται από αυτούς.

– Κίνδυνος για μικρά νησιωτικά συμπλέγματα και για ιστορικές πόλεις όπως η Βενετία, η Κωνσταντινούπολη, η Αγία Πετρούπολη κ.ά. από την άνοδο της στάθμης των θαλασσών, εξαιτίας των πάγων που λιώνουν λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας κ.λπ.

Οι ειδικοί επιστήμονες που ασχολούνται με το θέμα της κλιματικής αλλαγής, προτείνουν για τη μετρίαση των συνεπειών της: Την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την ενίσχυση της ενεργειακής αποδοτικότητας, τη μείωση των εκπομπών αερίων διοξειδίου του άνθρακα και τη λήψη αντισταθμιστικών μέτρων για τις παραγωγικές μονάδες.

Η θέση της Εκκλησίας: “O Θεός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη” (Γεν. 1, 1), το σύμπαν, “εκ του μηδενός”, από μη προϋπάρχουσα ύλη. “΄Επλασε και τον άνθρωπο από το χώμα της γης” και αμέσως “ενεφύσησεν αυτώ πνοήν ζωής” και έγινε ζωντανό ον (Γεν. 2, 7). Στη συνέχεια “πήρε τον άνθρωπο και τον έβαλε μέσα στον κήπο της Εδέμ για να τον καλλιεργεί και να τον προσέχει” (Γεν. 2, 15). Του έδωσε επίσης τη δυνατότητα “να εξουσιάζει στης θάλασσας τα ψάρια, στου ουρανού τα πτηνά και σε κάθε ζώο που κινείται πάνω στη γη” (Γεν. 1, 2).

Οι πρώτες αυτές θεόπνευστες αγιογραφικές αναφορές σηματοδοτούν τη θεμελιώδη θέση της Εκκλησίας μας πάνω στο θέμα της κλιματικής αλλαγής: Ο άνθρωπος έχει χρέος “να καλλιεργεί και να προσέχει” την υλική Δημιουργία του Θεού. Πράγμα που δυστυχώς δεν έκανε. Με αποτέλεσμα όχι μόνον οι πρωτόπλαστοι Αδάμ και Εύα να βρεθούν εκτός του κήπου της Εδέμ, εξαιτίας της παρακοής τους, αλλά να συμπαρασύρουν στη φθορά και τη Γη, όπως εύστοχα αναφέρει ο απόστολος Παύλος: “Η κτίση υποτάχθηκε κι αυτή στη φθορά, όχι γιατί έφταιγε, αλλά γιατί έτσι θέλησε αυτός που την υπέταξε” και έκτοτε “προσμένει με λαχτάρα πότε θα φανερωθεί η δόξα των παιδιών του Θεού” (Ρωμ. 8, 19-20), πότε θα γίνουν “καινοί ουρανοί και γη καινή” (Β΄ Πέτρ. 3, 13). Οι συνειδητοί χριστιανοί σέβονται και προστατεύουν το φυσικό περιβάλλον, ακολουθώντας το παράδειγμα και τη διδασκαλία των Αγίων, οι οποίοι ορίζουν ως καθήκον την “καύση της καρδίας υπέρ πάσης κτίσεως, υπέρ ανθρώπων και των ορνέων και των ζώων… και υπέρ παντός κτίσματος” (Ισαάκ ο Σύρος), διότι το οικολογικό ζήτημα κατά βάση είναι θέμα πνευματικό. Ζωντανό παράδειγμα αγάπης και προστασίας της Φύσης αποτελούν τα ιερά Μοναστήρια μας, που φροντίζουν με τον καλύτερο τρόπο το περιβάλλον τους.

΄Αλλωστε, το οικουμενικό Πατριαρχείο το έτος 1989 καθιέρωσε την εορτή της Ινδίκτου (1η Σεπτεμβρίου) ως “Ημέρα προστασίας του Περιβάλλοντος” και ο πατριάρχης Βαρθολομαίος με τις θετικές ενέργειές του έχει χαρακτηριστεί “πράσινος πατριάρχης”, ως “εμπνευστής και πρωταγωνιστής ποικίλων δράσεων, αι οποίαι εκαρποφόρησαν πλουσίως και ανέδειξαν το οικολογικόν δυναμικόν της ορθοδόξου ημών παραδόσεως”. Αλλά και άλλοι Ορθόδοξοι πατριάρχες και αρχιεπίσκοποι, με σχετικά Μηνύματά τους δεν έπαψαν να τονίζουν ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος είναι πρωτίστως πνευματική υπόθεση και οφείλεται στην εγωιστική εκμετάλλευση και την αυθαιρεσία των ανθρώπων, που διέσπασαν το δεσμό τους με τον Θεό, τον συνάνθρωπο, τα όντα και την Κτίση που τους περιβάλλουν.

Ευάγγελος Π. Λέκκος

Απάντηση