Άγιος Ανδρέας

ο πρωτόκλητος απόστολος

Ο άγιος Ανδρέας υπήρξε ο μαθητής του Χριστού, με το ελληνικό όνομα, τον οποίο κάλεσε πρώτο στο αποστολικό αξίωμα ο Κύριος. Ήταν γιος του Ιωνά και αδελφός του απόστολου Πέτρου. Καταγόταν από την κωμόπολη Βηθσαϊδά, στα παράλια της Τιβεριάδας λίμνης. Μαζί με τον αδελφό και τον πατέρα τους ασκούσε το επάγγελμα του ψαρά.

Ενόσω ήταν μαθητής Ιωάννη του Βαπτιστή, άκουσε από το στόμα του τη φράση: “Ίδε ο αμνός του Θεού” (Ιωάν. 1,36), καθώς έδειχνε τον ερχόμενο Ιησού Χριστό. Ο Ανδρέας και “ο άλλος μαθητής” τον ρώτησαν πού μένει, για ν’ ακούσουν την πρόσκληση: “Έρχεσθε και ίδετε”. Πήγαν, έμειναν κοντά του τη μέρα εκείνη, άκουσαν τα λόγια Του και πίστεψαν ότι “βρήκαν τον Μεσσία”. Όταν αργότερα πήρε και τον αδελφό του Πέτρο και τον οδήγησε στον Ιησού, Εκείνος του είπε: “Είσαι ο Σίμων, ο γιος του Ιωνά, αλλά θα ονομαστείς Κηφάς” (που στα ελληνικά σημαίνει Πέτρος).

Η κλήση του Ανδρέα στο αποστολικό αξίωμα έγινε λίγο αργότερα μετά τη φυλάκιση του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, ενώ έριχναν τα δίχτυα στη λίμνη. Ο πρωτόκλητος εμφανίζεται ονομαστικά δύο ακόμα φορές στα Ευαγγέλια: Όταν μαζί με τον Φίλιππο έφεραν στον Χριστό κάποιους Έλληνες που ζήτησαν να Τον ιδούν (Ιωάν. 12,20-23) και όταν μαζί με τρεις άλλους μαθητές ρώτησε και ο Ανδρέας τον Ιησού: “Ειπέ, πότε ταύτα έσται, και τί το σημείον” (Ματθ. 24,3).

Μετά την Πεντηκοστή κληρώθηκε στον απόστολο Ανδρέα η περιοχή των παραλίων του Εύξεινου Πόντου και της Σκυθίας, η Προποντίδα, η Θράκη, η Μακεδονία, η Θεσσαλία και η Ελλάδα μέχρι την Αχαϊα. Ίδρυσε την Εκκλησία στο Βυζάντιο (μετέπειτα Κωνσταντινούπολη). Εκχριστιάνισε αρχαίους λαούς στον Πόντο και στη Σκυθία και κατέληξε στην Πάτρα της Πελοποννήσου, πόλη ονομαστή τότε για τους ειδωλολατρικούς ναούς, υποταγμένη στους Ρωμαίους. Όταν θεράπευσε από ανίατη ασθένεια τον Σωσσία, ο ανθύπατος Λέσβιος θεώρησε τον Ανδρέα “μάγον και απατεώνα”. Σχεδίαζε να τον συλλάβει, αλλά το ίδιο βράδυ αρρώστησε βαριά και παράλληλα έμεινε άφωνος για αρκετές ώρες. Μόλις συνήλθε, διέταξε να φέρουν ενώπιόν του τον άγιο και τον παρακάλεσε να τον θεραπεύσει. Ο Ανδρέας προσευχήθηκε, έθεσε το χέρι του στο σώμα του ανθύπατου κι εκείνος θεραπεύτηκε αμέσως. Αποτέλεσμα ήταν να δώσει την άδεια, ώστε ο απόστολος να κηρύττει ελεύθερα το ευαγγέλιο του Χριστού. Πλήθη ειδωλολατρών προσήλθαν στη νέα Πίστη.

Μετά τον Λέσβιο, ανθύπατος της Αχαϊας ορίστηκε ο Αιγεάτης. Και παρά το ότι ο άγιος Ανδρέας θεράπευσε τη γυναίκα του τη Μαξιμίλα, πρόλαβε δε και τον ίδιο από το να θέσει τέρμα στη ζωή του, ο Αιγεάτης, ως φανατικός ειδωλολάτρης, έλαβε αυστηρά μέτρα σε βάρος των χριστιανών. Τα οποία αύξησε καθώς διαπίστωσε ότι η γυναίκα του, ο αδελφός του Στρατοκλής και πολλά πρόσωπα της ανθυπατικής οικίας είχαν βαπτιστεί χριστιανοί και αρνούνταν να επιστρέψουν στην ειδωλολατρία. Έγινε έξαλλος. Θεώρησε υπαίτιο τον απόστολο Ανδρέα και διέταξε τη σύλληψη και φυλάκισή του, απειλώντας τον πως αν δεν πείσει τη Μαξιμίλα να επανέλθει στη θρησκεία των ειδώλων, θα τον βασάνιζε σκληρά. Χωρίς όμως αποτέλεσμα. Και επειδή -φοβούμενος τους γονείς της- δεν τολμούσε να προξενήσει κακό στη Μαξιμίλα, έστρεψα όλη την οργή του κατά του αποστόλου Ανδρέα:

Τον κάλεσε ενώπιόν του για να τον δικάσει με την κατηγορία ότι διέδιδε νέα θρησκεία την οποία “οι Ρωμαίοι βασιλείς εξαφανίσαι εκέλευσαν”. Ακολούθησε ένας διάλογος μεταξύ τους που σώζεται στις “Πράξεις και το Μαρτύριον του αγίου αποστόλου Ανδρέου”. Αλλ’ ούτε ο άγιος άλλαξε στάση, εμμένοντας και ομολογώντας πίστη στον Ιησού Χριστό, ούτε ο ανθύπατος. Στο τέλος η απόφαση ήταν να πεθάνει πάνω σε σταυρό, σχήματος Χ, κοντά στην παραλίατ ης θάλασσας, με το κεφάλι προς τα κάτω, χωρίς να τον καρφώσουν. (Για λόγους όμως “ευπρεπείας και ευλαβείας” εικονίζεται “ουκ αντιστρόφως”).

Το ιερό του Λείψανο γνώρισε διάφορες περιπέτειες. Μεταφέρθηκε από τον άγιο Αρτέμιο τον 4ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη, η δε τιμία Κάρα του ανακομίστηκε από τη Ρώμη το 1964 και εναποτέθηκε με επισημότητα και μεγαλοπρέπεια στις 26 Σεπτεμβρίου 1974, στον περικαλλέστατο επ’ ονόματί του νέο ιερό ναό της Πάτρας, όπου αναρίθμητοι προσκυνητές την προσκυνούν με ευλάβεια κάθε χρόνο.

Ευάγγελος Π. Λέκκος

Απάντηση